Όλα ξεκίνησαν τρεις εβδομάδες πριν.
Η Ειρήνη καθόταν δίπλα στο κρεβάτι ενός ηλικιωμένου δικηγόρου της οικογένειας. Ήταν κάποτε το δεξί χέρι του πατέρα της.
Τώρα όμως πέθαινε.
Με τρεμάμενα χέρια της έδωσε έναν φάκελο.
— Δεν μπορώ να φύγω κρατώντας αυτό το βάρος, ψιθύρισε. — Ο πατέρας σου κατέστρεψε έναν αθώο άνθρωπο.
Μέσα υπήρχαν τραπεζικές μεταφορές, ψεύτικες υπογραφές, ηχογραφήσεις και αποδείξεις που έδειχναν πως όλα είχαν οργανωθεί από τον Δημήτρη Ανδρεάδη.
Η Ειρήνη πέρασε όλη τη νύχτα διαβάζοντας.
Τα χέρια της έτρεμαν.
Ο Νικόλας δεν την είχε προδώσει ποτέ.
Προσπαθούσε μέχρι τέλους να επιστρέψει κοντά της.
Στον φάκελο υπήρχαν ακόμη και γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στα χέρια της.
«Δεν είμαι ένοχος.»
«Σε παρακαλώ πίστεψέ με.»
«Σ’ αγαπώ ακόμα.»
Η καρδιά της διαλύθηκε.
Το επόμενο πρωί άρχισε να τον ψάχνει παντού.
Σε καταφύγια αστέγων. Σε υπόγειες διαβάσεις. Σε σκοτεινά στενά.
Οι άνθρωποι της έλεγαν:
— Υπάρχουν εκατοντάδες σαν κι αυτόν.
Αλλά εκείνη δεν σταμάτησε.
Μέχρι που τελικά τον βρήκε έξω από ένα πολυτελές κατάστημα.
Καθόταν στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι χαμηλωμένο.
Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα του σαν να ήταν αόρατος.
Κι όμως… κάποτε εκείνος σχεδίαζε τα κτίρια μέσα στα οποία ζούσαν.
Η Ειρήνη πλησίασε αργά.
— Νικόλα…
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και πάγωσε.
Δεν υπήρχε χαρά στα μάτια του.
Μόνο εξάντληση.
— Γιατί ήρθες; ρώτησε χαμηλόφωνα.
Εκείνη του έδωσε τον φάκελο.
— Γιατί έμαθα την αλήθεια.
Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.
Κοίταξε τα χαρτιά για πολλή ώρα και μετά χαμογέλασε πικρά.
— Πέντε χρόνια… μου έκλεψαν πέντε χρόνια από τη ζωή μου.
Η Ειρήνη δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει.
— Δεν μπορώ να σου επιστρέψω τον χρόνο… αλλά θέλω να σου επιστρέψω το όνομά σου.
Ο Νικόλας την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
— Είσαι έτοιμη να χάσεις τα πάντα για μένα;
Εκείνη ψιθύρισε:
— Χωρίς εσένα… τα έχασα ήδη όλα.
Μέρος 3. Η μέρα που κατέρρευσε η εξουσία
Όταν ο Δημήτρης πλησίασε, γύρω τους είχε ήδη συγκεντρωθεί πλήθος.
Όλοι τραβούσαν βίντεο.
Ήταν έξαλλος.
— Μπες αμέσως στο αυτοκίνητο! φώναξε στην κόρη του.
Η Ειρήνη έβγαλε αργά έναν δεύτερο φάκελο.
— Εδώ μέσα υπάρχουν όλα. Οι ψεύτικες υπογραφές. Οι δωροδοκίες. Οι πληρωμένοι μάρτυρες. Όλα όσα έκανες.
Το πρόσωπο του Δημήτρη χλώμιασε.
Για πρώτη φορά, ο Νικόλας είδε φόβο στα μάτια του.
Αληθινό φόβο.
— Δεν θα τολμήσεις…
— Το τόλμησα ήδη.
Ένας δημοσιογράφος πλησίασε. Η Ειρήνη του έδωσε τα έγγραφα μπροστά σε όλους.
Και εκείνη τη στιγμή ο Δημήτρης κατάλαβε πως όλα είχαν τελειώσει.
Όχι επειδή φοβόταν τη φυλακή.
Αλλά επειδή η ίδια του η κόρη τον κοιτούσε σαν να μην ήταν πια πατέρας της.
Το πλήθος ψιθύριζε. Τα βίντεο ανέβαιναν ήδη παντού.
Και ο Νικόλας στεκόταν σιωπηλός.
Σαν να μην μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως ο εφιάλτης είχε τελειώσει.
Όταν ο κόσμος άρχισε να φεύγει, η Ειρήνη πλησίασε διστακτικά.
— Μετά από όλα αυτά… μπορείς να με συγχωρέσεις;
Ο Νικόλας έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.
Έπειτα πήρε απαλά το χέρι της μέσα στις παγωμένες παλάμες του.
— Δεν ξέρω αν μια κατεστραμμένη ζωή μπορεί να ξαναχτιστεί… αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, θέλω να προσπαθήσω.
Η Ειρήνη ξέσπασε σε κλάματα.
Και εκείνος χαμογέλασε αχνά.
Δεν υπήρξε γάμος εκείνη τη μέρα.
Δεν υπήρξε κινηματογραφικό τέλος.
Αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δύο άνθρωποι που καταστράφηκαν από ψέματα, εγωισμό και εξουσία ένιωσαν ξανά πως η αγάπη ίσως να είναι πιο δυνατή από τον φόβο.
Εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε κάποιον που πίστεψε ψέματα για εσάς; Και αξίζει η αγάπη μια δεύτερη ευκαιρία μετά από τόσο πόνο;
