Η μελωδία που δεν έπρεπε να υπάρχει

— Από πού ξέρεις αυτό το κομμάτι;

Η φωνή του Αντρέα έτρεμε.

Όχι από θυμό.

Από φόβο.

Η Ειρήνη τον κοίταξε ήρεμα.

— Δεν ξέρω… απλώς το ακούω.

Η Δάφνη πλησίασε αμέσως.

— Αρκετά, είπε ψυχρά. Μαρία, πάρε το παιδί και φύγε.

Όμως κανείς δεν της έδινε πια σημασία.

Ο Αντρέας κοιτούσε μόνο τα χέρια της μικρής.

— Παίξε το ξανά, είπε σιγανά.

— Όχι! φώναξε η Δάφνη.

Η αίθουσα πάγωσε.

Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Κάτι σκοτεινό άρχιζε να βγαίνει στην επιφάνεια.

Η Ειρήνη γύρισε πάλι προς το πιάνο.

Και αυτή τη φορά δεν δίστασε καθόλου.

Η μουσική έγινε πιο βαριά.

Πιο βαθιά.

Γεμάτη πόνο που ένα παιδί δεν θα έπρεπε να γνωρίζει.

Και τότε συνέβη.

Έπαιξε ένα μέρος της σύνθεσης που δεν υπήρχε πουθενά.

Ούτε σε παρτιτούρες.

Ούτε σε ηχογραφήσεις.

Ο Αντρέας ένιωσε να χάνει την ανάσα του.

Γιατί ήταν το δικό του ανολοκλήρωτο έργο.

Η μελωδία που είχε γράψει μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Η ίδια μελωδία που η Δάφνη τον είχε αναγκάσει να κρύψει.

— Οι άνθρωποι αγαπούν την τελειότητα, όχι τον πόνο, του είχε πει τότε.

Και εκείνος δεν την είχε ξαναπαίξει ποτέ.

— Πώς γίνεται να το ξέρει; ψιθύρισε.

Η Δάφνη δεν απάντησε.

Και η σιωπή της ήταν πιο τρομακτική από κάθε λέξη.

Η Ειρήνη σταμάτησε.

Κοίταξε τον Αντρέα.

— Η μουσική αυτή δεν τελειώνει εδώ, είπε απαλά.

Ένα ρίγος πέρασε από όλο του το σώμα.

Η μικρή άγγιξε ξανά τα πλήκτρα.

Και η μελωδία συνέχισε.

Όχι όπως την είχε φανταστεί.

Αλλά όπως έπρεπε πραγματικά να είναι.

Πιο θλιμμένη.

Πιο όμορφη.

Πιο αληθινή.

Μερικοί καλεσμένοι είχαν δάκρυα στα μάτια.

Ο Αντρέας κοιτούσε τη μικρή σαν να έβλεπε φάντασμα.

Γιατί κατάλαβε κάτι τρομακτικό.

Η Ειρήνη δεν έπαιζε μουσική.

Έπαιζε αναμνήσεις.

Ο τελευταίος ήχος έπεσε πάνω στην αίθουσα σαν κεραυνός.

Ο Αντρέας γύρισε αργά προς τη μητέρα του.

— Τι έκανες; τη ρώτησε με σπασμένη φωνή.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της…

η Δάφνη έδειχνε φοβισμένη.


Μέρος 3. Η αλήθεια που έμεινε θαμμένη χρόνια

Μετά από εκείνο το βράδυ, όλη η Αθήνα μιλούσε για το ίδιο πράγμα.

Το ξυπόλητο κορίτσι.

Τη μυστηριώδη μελωδία.

Και τη στιγμή που η Δάφνη Λεωνίδη έχασε τον έλεγχο μπροστά σε όλους.

Ο Αντρέας δεν κοιμήθηκε για δύο νύχτες.

Οι τρεις νότες αντηχούσαν συνεχώς στο μυαλό του.

Μέχρι που άνοιξε τα παλιά κουτιά στο γραφείο του πατέρα του.

Και εκεί βρήκε την αλήθεια.

Ένα παλιό τετράδιο.

Κιτρινισμένο.

Γεμάτο παρτιτούρες.

Την ίδια μελωδία.

Αλλά όχι γραμμένη από εκείνον.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μια σημείωση:

«Για τον γιο μου. Θα την ολοκληρώσεις όταν μάθεις να νιώθεις.»

Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.

Ο πατέρας του.

Ο μουσικός που η Δάφνη αποκαλούσε αποτυχημένο.

Ο άνθρωπος που είχε εξαφανιστεί ξαφνικά από τη ζωή τους.

Και τότε ο Αντρέας κατάλαβε.

Η μουσική δεν ήταν δική του.

Την κουβαλούσε μέσα του από παιδί.

Θυμήθηκε τις νύχτες που ο πατέρας του έπαιζε πιάνο.

Τη ζεστή φωνή του.

Τα χέρια του.

Τη θλίψη στα μάτια του πριν χαθεί για πάντα.

Η Δάφνη δεν φοβόταν ποτέ την αποτυχία του άντρα της.

Φοβόταν το ταλέντο του.

Κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει.

Το επόμενο βράδυ, ο Αντρέας πήγε στο μικρό σπίτι της Μαρίας.

Η Ειρήνη ζωγράφιζε στο πάτωμα.

Όταν τον είδε, χαμογέλασε.

— Βρήκες το τέλος της μουσικής;

Ο Αντρέας έμεινε ακίνητος.

— Πώς το ήξερες;

Η μικρή ανασήκωσε τους ώμους.

— Η μουσική στεναχωριέται όταν την κρύβουν.

Η Μαρία άρχισε να κλαίει.

Και ο Αντρέας κάθισε στο παλιό πιάνο της γωνίας.

Για πρώτη φορά έπαιξε όχι για το κοινό.

Όχι για τη δόξα.

Όχι για τη μητέρα του.

Αλλά για τον εαυτό του.

Και όταν η Ειρήνη άρχισε σιγά σιγά να παίζει μαζί του…

κατάλαβε επιτέλους τη διαφορά ανάμεσα στην τέλεια μουσική…

και στην αληθινή.


Εσείς τι πιστεύετε; Η Δάφνη προσπαθούσε πραγματικά να προστατεύσει τον γιο της ή φοβόταν ότι η αλήθεια θα κατέστρεφε τον τέλειο κόσμο της; Θα μπορούσατε ποτέ να συγχωρήσετε μια τέτοια μητέρα;

Rate article
Sixty & Me
Η μελωδία που δεν έπρεπε να υπάρχει