Λίγες ώρες αργότερα, η αστυνομία επιβεβαίωσε το αδιανόητο: στο φαγητό υπήρχε θανατηφόρο δηλητήριο που μπορούσε να σκοτώσει μέσα σε λίγα λεπτά.
Όμως το μεγαλύτερο σοκ ήρθε λίγο αργότερα.
Όταν οι κάμερες ασφαλείας καθάρισαν την εικόνα της γυναίκας, ο Αλέξανδρος ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του.
Ήταν η σύζυγός του.
Η 52χρονη Ελένη Μαρίνου.
Η γυναίκα με την οποία είχε ζήσει δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Εκείνο το βράδυ ο Αλέξανδρος καθόταν μόνος στο γραφείο του μέσα στο σκοτάδι. Ένα ποτήρι ουίσκι βρισκόταν μπροστά του ανέγγιχτο. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η γυναίκα που αγαπούσε προσπάθησε να τον σκοτώσει.
Λίγο αργότερα, η ασφάλεια του έφερε νέα στοιχεία. Η Ελένη είχε μεταφέρει εκατομμύρια ευρώ σε λογαριασμούς του εξωτερικού και ετοίμαζε να φύγει από τη χώρα με ψεύτικη ταυτότητα.
Τα είχε σχεδιάσει όλα.
Ψυχρά. Υπολογισμένα. Χωρίς τύψεις.
Μέσα όμως σε όλο αυτό το σκοτάδι, ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να ξεχάσει το παιδί που του έσωσε τη ζωή.
Το αγόρι λεγόταν Νίκος. Ζούσε με την άρρωστη μητέρα του σε ένα εγκαταλελειμμένο γκαράζ κοντά στο λιμάνι. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έχασαν το σπίτι τους και βρέθηκαν στον δρόμο.
Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος πήγε να τους βρει προσωπικά.
Η μητέρα του Νίκου, αδύναμη και εξαντλημένη, προσπάθησε να απολογηθεί:
— Συγγνώμη… ο Νίκος δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα…
— Ο γιος σας μου έσωσε τη ζωή, απάντησε ήρεμα ο Αλέξανδρος.
Ο Νίκος κοίταξε διστακτικά τον άντρα και ρώτησε:
— Εκείνη η γυναίκα θα σας κάνει ξανά κακό;
Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε θλιμμένα.
— Όχι πια, μικρέ μου.
Λίγες μέρες αργότερα η Ελένη συνελήφθη στο αεροδρόμιο λίγο πριν φύγει για το Ντουμπάι. Στην ανάκριση τελικά ομολόγησε τα πάντα. Η απληστία και ο φόβος ότι θα έχανε την περιουσία την είχαν οδηγήσει σε αυτή την πράξη.
Οι μήνες πέρασαν.
Ο Αλέξανδρος πλήρωσε τη θεραπεία της μητέρας του Νίκου και τους βοήθησε να αποκτήσουν ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα. Ο Νίκος επέστρεψε στο σχολείο και αποδείχθηκε πανέξυπνος. Αγαπούσε τα βιβλία και έκανε ασταμάτητα ερωτήσεις για τον κόσμο.
Ένα βράδυ, καθώς κάθονταν στον κήπο, ο Νίκος ρώτησε σιγανά:
— Γιατί κάποιος που σας αγαπούσε ήθελε να σας βλάψει;
Ο Αλέξανδρος έμεινε για λίγο σιωπηλός.
— Μερικές φορές τα χρήματα αλλάζουν τόσο πολύ την καρδιά ενός ανθρώπου, ώστε ξεχνά τι σημαίνει αγάπη και καλοσύνη, είπε τελικά. — Αλλά εσύ μου έμαθες κάτι πολύ σημαντικό.
— Τι;
Ο Αλέξανδρος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του παιδιού.
— Η αληθινή οικογένεια δεν είναι πάντα όσοι έχουν το ίδιο αίμα με εμάς. Είναι εκείνοι που μένουν δίπλα μας όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν.
Ο Νίκος χαμογέλασε.
Και έναν χρόνο αργότερα, το σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο μοναξιά και σιωπή είχε γεμίσει ξανά ζωή, γέλια και αγάπη.
Και κάποιες φορές, την ώρα του δείπνου, ο Αλέξανδρος θυμόταν ακόμα εκείνη τη μικρή φωνή που άλλαξε για πάντα τη ζωή του:
— ΜΗΝ ΤΟ ΦΑΤΕ!
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν σώθηκε μόνο από τον θάνατο…
Βρήκε ξανά έναν λόγο να ζήσει.
