Η Ελένη δίστασε… αλλά τηλεφώνησε.
Και μέσα σε μία μέρα, η ζωή της άλλαξε.
— Έκανες κάτι που κανείς άλλος δεν κατάφερε, — της είπε ο Ανδρέας. — Την έκανες να χαμογελάσει.
Της πρότεινε δουλειά: να φροντίζει τη μητέρα του.
Καλή αμοιβή. Σταθερότητα.
Η Ελένη δέχτηκε.
Το σπίτι ήταν μεγάλο. Όμορφο. Αλλά παγωμένο.
Μέχρι που ήρθε εκείνη.
Με την παρουσία της, η γυναίκα ξαναβρήκε τη χαρά της. Το γέλιο της.
Και σιγά σιγά… άλλαξε και ο Ανδρέας.
Μέχρι που όλα κατέρρευσαν.
Ένα κόσμημα εξαφανίστηκε.
Η σιωπή έγινε βαριά.
Η υποψία… έπεσε πάνω της.
— Δεν μπορείς να μείνεις εδώ, — είπε ψυχρά.
Χωρίς εξηγήσεις.
Χωρίς αποδείξεις.
Η Ελένη έφυγε.
Γιατί η αδικία πονάει περισσότερο από την έλλειψη.
