Οι άνθρωποι σαν εκείνη δεν συγχωρούνται εύκολα

Η μουσική σταμάτησε όταν ο Νικόλας ανέβηκε στη σκηνή.

Ολόκληρη η αίθουσα σώπασε.

— Απόψε δίπλα μου βρίσκεται μια γυναίκα που μου θύμισε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, είπε κοιτώντας την Ελένη.

Μερικοί γέλασαν αμήχανα.

Άλλοι αντάλλαξαν βλέμματα.

Η Ελένη ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε.

Ο Νικόλας όμως συνέχισε.

Μίλησε για ανθρώπους που δουλεύουν αθόρυβα.
Για ανθρώπους που κανείς δεν κοιτά στα μάτια.
Για εκείνους που κρατούν όρθιο τον κόσμο ενώ όλοι προσποιούνται πως δεν υπάρχουν.

— Στον δικό μας κόσμο, είπε, — οι περισσότεροι αγοράζουν εικόνες. Ελάχιστοι ψάχνουν αλήθεια.

Η φωνή του ήταν σταθερή.

Αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα μόνο πάνω της.

Και τότε η Ελένη κατάλαβε κάτι επικίνδυνο.

Δεν την είχε καλέσει εκεί για επίδειξη.

Την είχε καλέσει γιατί πραγματικά τη χρειαζόταν.

Λίγο αργότερα τους πλησίασε ο Στέφανος Λεμονής — συνέταιρος του Νικόλα.

Χαμογελούσε με εκείνο το χαμόγελο των ανθρώπων που προσβάλλουν χωρίς να υψώνουν τη φωνή.

— Ενδιαφέρουσα επιλογή συνοδού, Νικόλα, είπε ειρωνικά.

Η Ελένη ένιωσε την ένταση να παγώνει τον αέρα.

Ο Νικόλας πήγε να μιλήσει.

Αλλά εκείνη τον πρόλαβε.

— Τουλάχιστον εγώ δεν χρειάζεται να αγοράσω ανθρώπους για να μένουν δίπλα μου.

Ο Στέφανος πάγωσε.

Και ο Νικόλας την κοίταξε σαν να την έβλεπε ξανά από την αρχή.

Με θαυμασμό.

Με κάτι πιο βαθύ από επιθυμία.

Όταν έμειναν μόνοι, χαμογέλασε ελαφρά.

— Δεν χρειαζόταν να με υπερασπιστείς.

Η Ελένη τον κοίταξε ήρεμα.

— Το ήθελα.

Και αυτή η μικρή φράση άλλαξε τα πάντα ανάμεσά τους.

Αργότερα βγήκαν στο μπαλκόνι.

Η πόλη απλωνόταν φωτισμένη κάτω από τα πόδια τους.

Ο Νικόλας πήρε διστακτικά το χέρι της.

Σαν να φοβόταν ακόμα ότι δεν του επιτρέπεται να αγγίξει κάτι αληθινό.

— Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο στη μοναξιά; τη ρώτησε.

Η Ελένη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

— Να είσαι συνέχεια ανάμεσα σε ανθρώπους… και να μη νιώθεις ποτέ ότι ανήκεις κάπου.

Η καρδιά της μαλάκωσε.

— Σε καταλαβαίνω, ψιθύρισε.

Μέρος 3 — Η νύχτα που όλοι γύρισαν εναντίον τους

Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και τα κινητά άρχισαν να χτυπούν ασταμάτητα.

Οι ειδήσεις είχαν ήδη κυκλοφορήσει.

«Ο Νικόλας Ανδρέου εμφανίστηκε με καθαρίστρια σε κοσμικό δείπνο.»

«Σκάνδαλο στον επιχειρηματικό κόσμο.»

«Έρωτας ή επικοινωνιακό παιχνίδι;»

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

Γνώριζε καλά αυτό το βλέμμα των ανθρώπων.
Το βλέμμα που σου λέει ότι δεν είσαι αρκετή.

— Τώρα θα αρχίσουν όλα, είπε σιγανά.

Ο Νικόλας κοίταξε τις ειδοποιήσεις στο κινητό του.

Και μετά το έκλεισε.

— Ας μιλάνε.

Η Ελένη τον κοίταξε απορημένη.

— Δεν σε νοιάζει;

Χαμογέλασε πικρά.

— Με νοιάζει περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι. Αλλά κουράστηκα να ζω για τους άλλους.

Τα μάτια της γέμισαν συναίσθημα.

Γιατί πίσω από τον ισχυρό άντρα που φοβόντουσαν όλοι… υπήρχε απλώς ένας άνθρωπος που φοβόταν να μείνει μόνος.

Έξω από το κτίριο είχαν ήδη μαζευτεί δημοσιογράφοι.

Κάμερες.
Φωνές.
Ερωτήσεις.

— Είναι αληθινή η σχέση σας;
— Ποια είναι αυτή η γυναίκα;
— Τι θα πει ο κόσμος;

Η Ελένη έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.

Αλλά ο Νικόλας έσφιξε το χέρι της.

Δεν την άφησε.

— Έλα μαζί μου, της είπε χαμηλόφωνα.

— Πού;

Η φωνή του ράγισε ελαφρά.

— Εκεί που δεν θα χρειάζεται πια να αποδεικνύουμε τίποτα σε κανέναν.

Η Ελένη τον κοίταξε για ώρα.

Τον άντρα που όλος ο κόσμος θεωρούσε απρόσιτο.

Και ξαφνικά δεν είδε έναν εκατομμυριούχο.

Είδε έναν άνθρωπο που ήθελε απλώς να αγαπηθεί αληθινά.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της… δεν ένιωσε αόρατη.

Ένιωσε ξεχωριστή.

Πιστεύετε ότι δύο άνθρωποι από εντελώς διαφορετικούς κόσμους μπορούν να αγαπηθούν πραγματικά;
Και εσείς θα τολμούσατε να τα βάλετε με όλους για έναν άνθρωπο που σας κάνει να νιώθετε αληθινοί;

Rate article
Sixty & Me
Οι άνθρωποι σαν εκείνη δεν συγχωρούνται εύκολα